διάμετρον

διάμετρον, το (Α) [μέτρον]
η καθορισμένη επιχορήγηση και κυρίως το σιτηρέσιο τού στρατιώτη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διάμετρον — measured allowance neut nom/voc/acc sg διάμετρος diametrical masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέτρω — διάμετρον measured allowance neut nom/voc/acc dual διάμετρον measured allowance neut gen sg (doric aeolic) διάμετρος diametrical masc nom/voc/acc dual διάμετρος diametrical masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέτροις — διάμετρον measured allowance neut dat pl διάμετρος diametrical masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέτρου — διάμετρον measured allowance neut gen sg διάμετρος diametrical masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέτρων — διάμετρον measured allowance neut gen pl διάμετρος diametrical masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέτρῳ — διάμετρον measured allowance neut dat sg διάμετρος diametrical masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάμετρα — διάμετρον measured allowance neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ANTICHTHONES — de quibus Male, l. 1. c. 1. Antichthones alteram, nos alteram habitamus. Ad quae verba sic Is. Vossius. Qui hîc amotârunt, Pomponium perperam antichthones vocare, qui antomi, vel antaeci erant dicendi, illi ipsi errant. Duplicem terram statuit… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CRICILASIA — Graece Κρικηλασία, quasi Circuli impulsus, exercitationis olim delectabilis genus, memoratur Oribasio, Collectan. l. 6. c. 26. ubi ista leguntur: Ε᾿λάςσονα δέ χέτω ὁ κρίκος τὴν διαμετρον τοῦ μήκους τοῦ ἀνθρώπου, ὥςτε τὸ ὕψος αὐτοῦ μέχρι τῶ μαςτῶν …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μέτρο — Υπόγειος ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεγάλη ταχύτητα μεταφοράς, την πυκνότητα των σταθμών ανάμεσα στην αφετηρία και στο τέρμα (500 1000μ.) καθώς και την αξιοπιστία ως μέσο μεταφοράς. Οι σιδηροδρομικές… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.